Σε περίοδο αυστηροποιημένου lockdown για τη νόσο COVID-19 θα εορταστεί η Καθαρά Δευτέρα (15/03), με το πέταγμα του χαρταετού να επιτρέπεται τελικά, αλλά με SMS.
Ειδικότερα, το πέταγμα του χαρταετού θα επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση φυσικά ότι κάποιος έχει τη δυνατότητα να φτάσει στον ανοιχτό χώρο που απαιτείται με τα πόδια ή με το ποδήλατο, καθώς οι περιορισμοί του κωδικού 6 συνεχίζουν να ισχύουν.
Ως εκ τούτου, σύμφωνα με ρεπορτάζ του ΣΚΑΪ που μεταδόθηκε την Πέμπτη (11/03), αυτή είναι η βούληση της κυβέρνησης σε κεντρικό επίπεδο, ωστόσο υπάρχει ενδεχόμενο οι δήμοι να λάβουν διαφορετικές αποφάσεις, καθώς η αποφυγή συνωστισμού σε πάρκα, πλατείες, βουνά και παραλιακή παραμένει βασικό μέλημα μιας και τα μέτρα παραμένουν σε ισχύ και στους παραβάτες θα επιβάλλονται τα ανάλογα πρόστιμα.
Από την πλευρά του, ο αντιπρόεδρος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθήνας, Νίκος Ρήγας, δήλωσε στο STAR την Τετάρτη (10/03): «Το πέταγμα του χαρταετού δυστυχώς δεν καλύπτεται με τον κωδικό 6 γι’ αυτό και εμείς, σαν αστυνομικοί, ζητούμε να μην βρεθούμε στη δύσκολη θέση να βεβαιώσουμε παραβάσεις σε πολίτες και σε οικογένειες».
Πάντως, με τον κωδικό 6, είτε με αποστολή δωρεάν SMS στο 13033, είτε με τα σχετικά έντυπα, επιτρέπεται η μετακίνηση έως και 2 χιλιόμετρα από την κατοικία και χωρίς αυτοκίνητο ή μοτοσικλέτα.
Ο καθηγητής Παθολογίας και Λοιμωξιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, Χαράλαμπος Γώγος, αναφερόμενος στην Καθαρά Δευτέρα, τόνισε πως βασικό είναι να μην υπάρξει συνωστισμός, ενώ για το πέταγμα χαρταετού υποστήριξε πως πρέπει να υπάρχει προσοχή ακόμη και στους ανοιχτούς χώρους.
Ακόμα, ο Περιφερειάρχης Αττικής, Γιώργος Πατούλης, είπε: «Το Αττικό Άλσος, το Πάρκο Τρίτη και το Πεδίον του Άρεως, σε συνεννόηση και με οδηγίες που θα έχουμε από την Πολιτική Προστασία, θα δούμε τις επόμενες μέρες αν θα παραμείνουν σε λειτουργία».
Συν τοις άλλοις, η κυβερνητική εκπρόσωπος, Αριστοτελία Πελώνη, υποστήριξε, την Πέμπτη (11/03), κατά τη διάρκεια της τακτικής ενημέρωσης: «Είναι προφανές ότι η πανδημία στη χώρα μας παραμένει σε έξαρση ενώ, μάλιστα, διαπιστώνεται πως τα περισσότερα κρούσματα εντοπίζονται στις ηλικίες μεταξύ 20 και 50 ετών, γεγονός που αποδίδεται στην αυξημένη κινητικότητα των συμπολιτών μας αυτών».
Πηγή: Sputniknews