Μια διεθνής έκθεση αφιερωμένη στο Nouveau Realisme, στο εκρηκτικό, επαναστατικό κίνημα μεταξύ των Dada και της Pop Art, το οποίο ανέτρεψε τα μέχρι τότε δεδομένα της τέχνης του 20ου αιώνα παρουσιάζεται στο Μουσείο Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή . “Μια αμυδρή φλόγα ελπίδας απέναντι στον κομφορμισμό της αφηρημένης ζωγραφικής” , όπως ανέφερε ο Jean Tinguely ή προσπάθεια να ξεπεράσουν τη ζωγραφική του καβαλέτου, χρησιμοποιώντας υλικά ευτελή και ευφάνταστα όπως ανέφερε η κα Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau Υπεύθυνη Συλλογής του Ιδρύματος και Συνεπιμελήτρια της έκθεσης.
Από το μοντέρνο στο σύγχρονο

Το Nouveau Ralisme, ή Νέος Ρεαλισμός, είναι ένα από τα μείζονα καλλιτεχνικά κινήματα του 20ου αιώνα. Αναπτύχθηκε σε μια εποχή μεταίχμιο της Ιστορίας, όπου η τέχνη έπαψε να χαρακτηρίζεται μοντέρνα για να ονομαστεί σύγχρονη. Κάποια από τα δεκατρία μέλη που συγκρότησαν το κίνημα σήμερα συγκαταλέγονται στα διάσημα πλέον ονόματα, με ισχυρό καλλιτεχνικό στίγμα.
Οκτώ από αυτούς τους καλλιτέχνες ήταν παρόντες στις 27 Οκτωβρίου του 1960, ημέρα της υπογραφής μιας κοινής διακήρυξης που είχε συντάξει ο κριτικός τέχνης Pierre Restany και η οποία όριζε συνοπτικά τον Νέο Ρεαλισμό ως τις «νέες αντιληπτικές προσεγγίσεις του πραγματικού». Οι καλλιτέχνες αυτοί ήταν, με αλφαβητική σειρά, οι Arman, Francois Dufrene, Raymond Hains, Yves Klein, Martial Raysse, Daniel Spoerri, Jean Tinguely και Jacques Villegle.
Αργότερα, και μετά από πρόσκληση του Restany, προστέθηκαν στην ομάδα οι C?sar, Mimmo Rotella, Niki de Saint Phalle, Gerard Deschamps και εν συνεχεία ο Christo. Τα περισσότερα από τα κοινά σχέδιά τους ξεδιπλώθηκαν ανάμεσα στο 1960 και το 1963 και συνεχίστηκαν με πιο αραιούς ρυθμούς μέχρι το 1970, χρονιά που η ομάδα γιόρτασε πανηγυρικά στο Μιλάνο τη δέκατη επέτειο από την ίδρυσή της.
Η έκθεση αυτή δεν στοχεύει σε μια εξαντλητική ιστορική προσέγγιση. Επιλογή είναι να αναδειχθεί το νεανικό, πληθωρικό, διασκεδαστικό πνεύμα των καλλιτεχνών, οι οποίοι άφησαν ισχυρό αποτύπωμα στην εποχή τους.
Η υλοποίηση του εικαστικού αυτού αφιερώματος περιλαμβάνει επτά έργα από την ιδιωτική συλλογή του Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή και πενήντα από θεσμικές και ιδιωτικές συλλογές του εξωτερικού, από Γαλλία, Βέλγιο, Γερμανία που δάνεισαν τα έργα τους, μεταξύ άλλων και το Centre Pompidou του Παρισιού.
Στην έκθεσή παρουσιάζεται επίσης ένα πλούσιο αρχείο, που μας ταξιδεύει στις πολλές και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες εφήμερες δημιουργίες των καλλιτεχνών, καθώς και διάφορες συνεντεύξεις της εποχής.
Η παρούσα έκθεση
Η συλλογή του Βασίλη και της Ελίζας Γουλανδρή δικαιώνει το ένστικτο τους για το κίνημα του Νέου Ρεαλισμού με έργα των Christo, Saint Phalle, Tinguely και κυρίως του

Cesar, που ήταν και προσωπικός τους φίλος. Έδωσαν καθαρό προβάδισμα στο συγκεκριμένο κίνημα σε σχέση με την pop art και δεν δίστασαν να γυρίσουν την πλάτη στις καλλιτεχνικές τάσεις που προωθούσε η αγορά τέχνης στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, μένοντας πιστοί στις δικές τους προτιμήσεις. Καθεμία από αυτές τις δημιουργίες, συμπεριλαμβανομένων των αναθέσεων στον Cesar, αποκαλύπτει τη φιλοσοφία των Νέων Ρεαλιστών: μια τέχνη λαϊκή και με τις δύο σημασίες του όρου (ψυχαγωγική και φτιαγμένη για όλους), η νεανική ικμάδα και η φαινομενική ευθυμία της οποίας κρύβουν τη σοβαρότητα, τη διαύγεια, την αποστασιοποίηση που χρειαζόμαστε επιτακτικά ακόμη και σήμερα. Ή όπως πολύ εύστοχα έγραψε η Catherine Millet: «Ήξεραν ότι ήταν προτιμότερο να κάνουν παιχνίδι με το πραγματικό, αν δεν ήθελαν να γίνουν εκείνοι παιχνίδι του» . Αναφέρουμε και τον Αλέξανδρο Ιόλα που από την πρώτη στιγμή εμφάνισης του κινήματος το στήριξη με εκθέσεις σε Παρίσι, Ζυρίχη, Νέα Υόρκη.
Την έκθεση επιμελούνται η Marion Meyer, Πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Man Ray, που γνώρισε προσωπικά πολλούς Νέους Ρεαλιστές και η Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau, Υπεύθυνη της Συλλογής του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή.
Κατά τη διάρκεια της έκθεσης θα πραγματοποιούνται ειδικές ξεναγήσεις για το κοινό καθώς και εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά και για ενήλικες.
Διάρκεια έκθεσης:
11 Ιανουαρίου – 9 Απριλίου 2023
Ίδρυμα Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή
Ερατοσθένους 13, Αθήνα

Νέος Ρεαλισμός ή Ρεαλισμός του σήμερα
Πού βρίσκεται η συλλογική μοναδικότητα των Arman, Cesar, Christo, Gerard Deschamps, Francois Dufrine, Raymond Hains, Yves Klein, Martial Raysse, Mimmo Rotella, Niki de Saint Phalle, Daniel Spoerri, Jean Tinguely και Jacques Villegle;
Ο Νέος Ρεαλισμός είναι ένα από τα μείζονα καλλιτεχνικά κινήματα του 20ού αιώνα. Αναπτύχθηκε σε μια εποχή-μεταίχμιο της ιστορίας, όταν η τέχνη έπαψε να ονομάζεται μοντέρνα για να γίνει σύγχρονη. Παρά τη σπουδαιότητά του και τις ανατροπές που προκάλεσε, συνεχίζει μέχρι σήμερα να μην είναι ιδιαίτερα γνωστό, αν και πολλά μέλη της ομάδας των Νέων Ρεαλιστών συγκαταλέγονται πλέον στους διασημότερους και πιο αναγνωρισμένους καλλιτέχνες του αιώνα, μερικοί δε και στους ακριβότερους. Είναι συνολικά δεκατρείς. Οκτώ ήταν παρόντες στις 27 Οκτωβρίου 1960, ημέρα υπογραφής μιας κοινής διακήρυξης που είχε συντάξει ο κριτικός τέχνης Pierre Restany και όριζε συνοπτικά τον Νέο Ρεαλισμό ως «νέες αντιληπτικές προσεγγίσεις του πραγματικού». Τα κοινά τους σχέδια πραγματοποιήθηκαν ως επί το πλείστον μεταξύ 1960 και 1963, ενώ συνεχίστηκαν πιο αραιά μέχρι το 1970, έτος που η ομάδα γιόρτασε πανηγυρικά στο Μιλάνο τη δέκατη επέτειο από την ίδρυσή της.
Ο όρος «ρεαλισμός», που ο Restany επέλεξε να αναζωογονήσει, δεν ήταν τυχαίος. Αποτελούσε αναφορά στο καλλιτεχνικό και λογοτεχνικό κίνημα που αναπτύχθηκε στη Δυτική Ευρώπη στα μέσα του 19ου αιώνα. Στον εικαστικό τομέα κύριος εκπρόσωπός του υπήρξε ο Gustave Courbet, ο οποίος τον όρισε ως την «άρνηση του ιδεώδους» , διευκρινίζοντας ως εξής τη σκέψη του: «Ο τίτλος του ρεαλιστή μού επιβλήθηκε, όπως είχε επιβληθεί στους ανθρώπους του 1830 ο τίτλος των ρομαντικών. Οι τίτλοι ποτέ δεν έδωσαν μια ακριβή ιδέα των πραγμάτων· διαφορετικά, τα έργα θα ήταν περιττά […]. Να ξέρω για να μπορώ, αυτή ήταν η σκέψη μου. Να είμαι σε θέση να εκφράζω τα ήθη, τις ιδέες, την όψη της εποχής μου σύμφωνα με τη δική μου εκτίμηση, να μην είμαι μόνο ζωγράφος, αλλά και άνθρωπος, με δυο λόγια να κάνω ζωντανή τέχνη, αυτός είναι ο στόχος μου» .
Ακολουθώντας το παράδειγμα του Courbet, τα μέλη της ομάδας του Νέου Ρεαλισμού ήρθαν να μεταγράψουν στην τέχνη τους τη δική τους αντίληψη για τον κόσμο, σε μια κοινωνία βιομηχανοποιημένη πλέον, αστική κυρίως, κυριαρχούμενη από τη διαφήμιση και τη μαζική παραγωγή. Εδώ, ο Pierre Restany έπαιξε αναμφίβολα καθοριστικό ρόλο. Σε αυτόν οφείλεται η Συστατική διακήρυξη της ομάδας. Αυτός έγραψε τα κείμενα που υπείχαν θέση μανιφέστων, συνέταξε τις εισαγωγές σε πολλούς καταλόγους ατομικών και ομαδικών εκθέσεων των δεκατριών καλλιτεχνών, εμπλούτισε τη βιβλιογραφία του κινήματος δημοσιεύοντας έναν απολογισμό εκείνων των χρόνων έντονης δημιουργίας. Και ακόμη, δούλεψε για τον πολλαπλασιασμό των κοινών δράσεων και των συνεργασιών, χρησιμοποιώντας τα πλέον μοντέρνα και ευφάνταστα μέσα για να εξασφαλίσει την αδιάκοπη και διαρκώς ανανεούμενη προώθησή τους.
Από την επικαιρότητα στο αποτύπωμα. Η σημασία του εφήμερου στους Νέους Ρεαλιστές
Το εφήμερο είναι ένα από τα κοινά σημεία που ένωσαν τους δεκατρείς καλλιτέχνες, όσο διαφορετικοί και αν ήταν, αποτελώντας βασική συνεισφορά του Νέου Ρεαλισμού στην τέχνη του σήμερα.

Υπήρξαν εκείνοι που εδραίωσαν, θα έλεγε κανείς, το εφήμερο στα έργα τους, όπως ο Dufr?ne, ο Hains, ο Rotella και ο Villegle. Σκίζοντας αφίσες, διαφημιστικές, κινηματογραφικές ή πολιτικές, κατέθεσαν μαρτυρίες για την εποχή τους. Μετασχημάτισαν εκείνα τα χαρτιά, προοριζόμενα για προβολή ή καταγγελία, σε άχρονα έργα που ο τεμαχισμός τους δηλώνει τη δυνατότητα να εντοπίζουμε το ωραίο ακόμη και στις μικρότερες χαραμάδες του κόσμου, να αποδίδουμε στο άχρηστο έναν αισθητικό ρόλο που υπερβαίνει το επιφανειακό και θίγει θέματα πολύ σοβαρά, όπως η αδικία, ο πόλεμος, οι απολυταρχικές παρεκκλίσεις. Ο Raysse και ο Spoerri επίσης έπαιξαν με το πάγωμα του χρόνου. Ο πρώτος δημιούργησε έναν κόσμο αποστειρωμένο, μέσα σε πλαστικό, με την Hygi?ne de la vision [Υγιεινή της εικόνας] του, με απεριόριστη ημερομηνία λήξης. Ο δεύτερος απαθανάτισε ένα τραπέζι δείπνου, αληθινό είτε ψεύτικο, δείχνοντας παρελθούσες στιγμές φιλικής συναναστροφής, ή τις λεπτομέρειες αντικειμένων που υπήρχαν σε ένα δωμάτιο, μια συγκεκριμένη ημέρα και ώρα.
Υπήρξαν όσοι χρησιμοποίησαν ως κινητήρα της δημιουργίας τους υλικά με προδιαγεγραμμένη την καταστροφή τους, άρα βέβαιο τον θάνατό τους: τα σκουπίδια. Ο Arman και ο Cesar, μέσα από τα πρώτα γλυπτά έργα τους, τις Accumulations [Συσσωρεύσεις] ή τις Compressions [Συμπιέσεις], έδειξαν με μπρίο την αισθητική διάσταση του απορρίμματος, καθημερινού ή βιομηχανικού. Μετέτρεψαν αυτό που μέχρι τότε έπρεπε να κρύβεται σε έργο τέχνης, ενίοτε καταγγελτικό, συχνά παιγνιώδες, πάντοτε όμως συναρπαστικό από πλαστική άποψη. Ο C?sar προχώρησε μάλιστα μέχρι το σημείο να τιθασεύσει τον χρόνο με δύο από τις πιο γνωστές σειρές του. Οι Expansions [Επεκτάσεις] ήταν η πρώτη. Είτε πρόκειται για τις αρχικές εκδοχές, οργανωμένες σαν δρώμενα απ’ όπου το κοινό έφευγε παίρνοντας ένα κομμάτι από το έργο, είτε για την παραγωγή του από το 1969 και μετά, οπότε ο καλλιτέχνης κατάφερε να υποτάξει την πολυουρεθάνη παραδίδοντάς τη στις επόμενες γενιές, υπνωτίζεται κανείς από τη φευγαλέα υπερχείλιση υλικού που σταθεροποιείται για πάντα. Η δεύτερη σειρά ήταν τα Empreintes [Αποτυπώματα]. Μέρη ανθρώπινων σωμάτων, διεσταλμένα και μεγεθυμένα με τον παντογράφο, ορθώνονται σαν σύγχρονα τοτέμ, βγάζοντας τη γλώσσα στην αργή μα αναπόφευκτη παρακμή μας.
Τέλος, υπήρξαν και εκείνοι που έδωσαν στο εφήμερο κεντρική θέση στο έργο τους, μη διστάζοντας να θυσιάσουν σε αυτό μία άλλη πλευρά της τέχνης, πρωταρχική και ανώτερη: την αχρονικότητα, κάποτε και την αθανασία της. Μπορούμε να αναφέρουμε, σε τυχαία σειρά, τον Tinguely και τα αυτοκαταστρεφόμενα έργα του· τον Christo –με τη συνεργασία της συζύγου του Jeanne-Claude– και τα γιγαντιαία έργα του διάρκειας μόνο λίγων εβδομάδων· τη Saint Phalle με τις δράσεις σκοποβολής ή τις υπερβολικές διαστάσεις των προσωρινών εκθεμάτων της – όπως η Hon [Εκείνη]· τον Spoerri και τα δείπνα του. Όλες εκείνες οι δράσεις-θεάματα, οι περφόρμανς, οι προσωρινές εγκαταστάσεις, που πολλές φορές υλοποιούνταν με συμμετοχή του κοινού, αποδεικνύουν περίτρανα ότι τα φιλόδοξα σχέδια των δημιουργών τους –και εδώ άνετα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μεγαλομανία– δεν υπηρέτησαν ποτέ τον εγωισμό του καθενός, αλλά ένα όραμα για δημοκρατία και ισότητα στην τέχνη. Ο Νέος Ρεαλισμός, με τα φεστιβάλ και τα εορταστικά εγκαίνια των εκθέσεών του, πάντα τόνιζε τη σπουδαιότητα του μοιράσματος και της συλλογικής απόλαυσης στη δημιουργική διαδικασία.

Στις παραπάνω τρεις όψεις του εφήμερου προστέθηκε και μία τέταρτη, εντελώς μοναδική: ο μετεωρίτης του Νέου Ρεαλισμού Yves Klein. Εκείνος ο καλλιτέχνης, που έφυγε πρόωρα από τη ζωή σε ηλικία μόλις 34 χρονών, κλόνισε τόσα θεμέλια της ζωγραφικής και της γλυπτικής, ώστε μετέτρεψε τα ίδια τα έργα του σε «στάχτες» του περάσματός του από τη Γη . Τα ίχνη που μας άφησε είναι πολλαπλά και πολύμορφα: αποτυπώματα ολοζώντανων σωμάτων πάνω σε χαρτί με τις Anthropom?tries [Ανθρωπομετρίες] του· τα τέσσερα στοιχεία της φύσης στις Cosmogonies [Κοσμογονίες] και τους Peintures de feu [Πύρινους πίνακες]· το άυλο στα Surfaces, Blocs, Zones de sensibilit? picturale immat?rielle [Επιφάνειες, μπλοκ, ζώνες άυλης εικαστικής ευαισθησίας]· την απεραντοσύνη του μπλε, του ροζ, του χρυσού στις Monochromes [Μονοχρωμίες]. Τούτη η μεταφυσική προσέγγιση της τέχνης, ακατανόητη σε πολλούς σήμερα, σε καμία περίπτωση δεν συνιστούσε πρόκληση ή προσβολή της λεγόμενης κλασικής ζωγραφικής. Αντιθέτως, υπερασπίστηκε το γεγονός ότι η τέχνη βρίσκεται παντού και αρκεί να αισθανόμαστε για να τη δούμε καλύτερα.
Η οικειοποίηση του αντικειμένου και η επιρροή του νταντά
Η Catherine Millet έχει κάνει την εξής εύστοχη διαπίστωση: «Οι Νέοι Ρεαλιστές ήταν μέσα στο παρόν για να το νοικοκυρέψουν» . Γιατί να δημιουργούμε ξεκινώντας οπωσδήποτε από το νέο; Γιατί να επιβαρύνουμε τη Γη μας με ένα επιπλέον δημιούργημα που αντλεί τα χρειαζούμενα υλικά του από τα σπλάχνα της; Γιατί να εθελοτυφλούμε και να φανταζόμαστε έναν ιδανικό κόσμο, που πόρρω απέχει από την πραγματικότητα; Ιδού μερικά ερωτήματα, αναπάντητα ως τη σημερινή εποχή, που έθεσαν στον εαυτό τους οι Νέοι Ρεαλιστές πριν από εξήντα χρόνια και χάρη στα οποία το κίνημά τους εξακολουθεί και σήμερα να είναι εξαιρετικά επίκαιρο. Χάρη σε αυτούς, οι έννοιες της ανακύκλωσης, της μεταλλαγής των απορριμμάτων, ακόμη και η προάσπιση του περιβάλλοντος, αν σκεφτούμε το παράδειγμα του Christo και της Jeanne-Claude, εισήχθησαν προοδευτικά στην τέχνη, στους κόλπους της οποίας δεν ήταν λίγες οι φορές που το νέο συγχεόταν με το νεωτεριστικό.
Οι Νέοι Ρεαλιστές αναζήτησαν και πήραν υλικά από παντού: από σκουπιδότοπους, αλάνες, μάντρες μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, περιφράξεις, παλιατζίδικα και άλλες υπαίθριες αγορές, σουπερμάρκετ. Με εκείνα τα αντικείμενα της καθημερινής ζωής, που τα αποκτούσαν σε συνθήκες απολύτως ρεαλιστικές, έγιναν κατά κάποιον τρόπο συνεχιστές του κινήματος Νταντά, ειδικά του Marcel Duchamp. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο Restany, για την έκθεση που εγκαινίασε τη λειτουργία της γκαλερί J τον Μάιο του 1961, διάλεξε τον τίτλο Στους 40ο πάνω από το Νταντά. Και έγινε ακόμη σαφέστερος γράφοντας: «Η χειρονομία αντι-τέχνης του Marcel Duchamp έχει φορτίο θετικό. Το πνεύμα του Νταντά ταυτίζεται με έναν τρόπο οικειοποίησης της εξωτερικής πραγματικότητας του μοντέρνου κόσμου. Το readymade δεν είναι πια το άκρον άωτον της αρνητικότητας ή της πολεμικής, αλλά στοιχείο που μπορεί να γίνει βάση ενός νέου εκφραστικού ρεπερτορίου» .
Ο Νέος Ρεαλισμός και η pop art
Η σύγκριση είναι μεγάλος πειρασμός. Και είναι αναπόφευκτη, τόσο πολλά είναι τα κοινά σημεία ανάμεσα στον Νέο Ρεαλισμό και την pop art.
Το πρώτο, η χρονολογία γένεσής τους.
Δεύτερη ομοιότητα ήταν η πρόθεση να επιτεθούν στην καθεστηκυία τάξη, να βρουν καινούρια εκφραστικά μέσα, να γυρίσουν την πλάτη στην πανταχού παρούσα αφαίρεση και να ρίξουν την τέχνη από το βάθρο της επανασυνδέοντάς τη με το καθημερινό, με το αντικείμενο, με το εφήμερο.
Τρίτο διακριτικό κοινό γνώρισμα ήταν η άρνηση των μελών και των δύο κινημάτων να περιοριστούν σε απλό ρόλο σημαιοφόρου. Στους κριτικούς αρέσει να εντάσσουν τους ανθρώπους σε ομάδες. Μέχρι το 1964 δεν γνώριζα τον Andy Warhol. Και βασικά, δεν ήξερα ούτε τον Andy ούτε τον Roy Lichtenstein τόσο καλά. Όλοι μας εμφανιστήκαμε ξεχωριστά» .
Τέταρτο σημείο σύγκλισης ήταν η νεανική, ατίθαση, ασεβής πλευρά των καλλιτεχνών.
Oι Αμερικανοί γκαλερίστες
Oι Αμερικανοί γκαλερίστες, οι Leo Castelli, Sidney Janis, Virginia Dwan και Αλέξανδρος Ιόλας τους στήριξαν. Ο Castelli ήταν ο πρώτος διάσημος έμπορος τέχνης που τόλμησε, παρουσιάζοντας έκθεση του Klein τον Απρίλιο του 1961. Αλλά η παταγώδης αποτυχία του εγχειρήματός του τον ανάγκασε να αλλάξει προσανατολισμό. Ακολούθησε η Virginia Dwan, στο Λος Άντζελες. Επέμεινε και προώθησε με πάθος πρώτα τον Klein και κατόπιν τους Tinguely, Saint Phalle, Raysse και Arman, ενώ παράλληλα έπαιξε σημαντικό ρόλο στην προβολή της pop art. Το ένστικτο της Dwan συνέπεσε με εκείνο του Ιόλα, ο οποίος δεν δίστασε, στα τέλη του 1962, να εκθέσει διαδοχικά τους ίδιους καλλιτέχνες πρώτα στη Νέα Υόρκη και στη συνέχεια στις υπόλοιπες γκαλερί του ανά τον κόσμο.
Όσο για τον Sidney Janis, έμπειρο επιχειρηματία που ήξερε να θέτει οικονομικά όρια στα ρίσκα που αναλάμβανε, άφησε πρώτα την παρισινή γκαλερί Rive Droite του Jean Larcade να ανοίξει τον διάλογο μεταξύ Νέου Ρεαλισμού και pop art με την οργάνωση της έκθεσης Le Nouveau Realisme a Paris et a New York

Διέφεραν τελικά Νεορεαλιστές και pop art
Στους κύκλους των καλλιτεχνών επικρατούσε η αδυναμία κατανόησης μιας διαμάχης που τη θεωρούσαν παράλογη και η οποία τρεφόταν αδιάκοπα από όλους τους παράγοντες του κόσμου της τέχνης, εκτός από τους ίδιους. Μέχρι τότε, για τους περισσότερους, η προσχώρηση ή η σύνδεση σε μια ομάδα είχε κυρίως πλεονεκτήματα: πέρα από την ευκαιρία να γνωρίζουν άλλους καλλιτέχνες και να ξεκινούν γόνιμες συνεργασίες, υπήρχε η ελπίδα μεγαλύτερης προβολής τους και, γιατί όχι, της υπογραφής συμβολαίου με κάποιον γκαλερίστα. Τώρα όμως η υπογραφή διαβαζόταν σαν συμβόλαιο αίματος και η εθνικότητα σαν αξεπέραστος καταναγκασμός.
Αυτή η οικουμενική και πηγαία γενναιόδωρη οπτική των καλλιτεχνών δεν μπορούσε πάντως να κρύψει ορισμένες μείζονες αποκλίσεις ανάμεσα στον Νέο Ρεαλισμό και την pop art, οι οποίες πήγαιναν πολύ μακρύτερα από τη γεωγραφική καταγωγή του ενός ή του άλλου κινήματος. Μπροστά στη νεφελώδη ανάπτυξη της pop art, ο Νέος Ρεαλισμός διακρινόταν από μια προσέγγιση, μια τεκμηρίωση και μια στρατηγική επικοινωνίας απόλυτα σαφείς. Διακρίνουμε επίσης την πρόθεσή τους να εισαγάγουν στην τέχνη την επικαιρότητα, η οποία έδινε τον ρυθμό στην καθημερινή ζωή των Ευρωπαίων εκείνης της εποχής: ο δίχως τέλος πόλεμος της Αλγερίας, το πραξικόπημα των στρατηγών κατά του προέδρου Charles de Gaulle τον Απρίλιο του 1961, η κατασκευή του Tείχους του Βερολίνου τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου και, αργότερα, τα γεγονότα του Μάη 1968.
Μαρία Κουτσομάλλη-Moreau
Υπεύθυνη Συλλογής του Ιδρύματος Βασίλη & Ελίζας Γουλανδρή
Συνεπιμελήτρια της έκθεσης Nouveau realisme
Από την πρώτη μου επαφή με εκείνο το εντελώς επαναστατικό κίνημα διατηρώ μια υπέροχη ανάμνηση.
Ήταν το 1964 στην γκαλερί Bonnier στη Λωζάννη, πριν τη μεταφορά της στη Γενεύη μετά τον θάνατο του ιδιοκτήτη Jo Bonnier, σπουδαίου Σουηδού οδηγού, σε δυστύχημα κατά τη διάρκεια του αυτοκινητιστικού αγώνα 24 ώρες του Λε Μαν. Εκείνη την εποχή ήμουν ακόμη φοιτήτρια στην Ελβετία και πήγαινα συχνά στο Παρίσι για να επισκέπτομαι μουσεία και γκαλερί. Το κυρίαρχο καλλιτεχνικό ρεύμα τότε ήταν η Σχολή του Παρισιού. Αλλά μετά τις τακτικές επισκέψεις μου στο σπίτι της Dorothea Tanning και του Max Ernst στην οδό de Lille, το ενδιαφέρον μου στράφηκε κυρίως στον ντανταϊσμό και τον σουρεαλισμό.
Στους Νέους Ρεαλιστές οφείλω τη συνειδητοποίηση της ανεξέλεγκτης πορείας του κόσμου προς τη μαζική κατανάλωση.
Το 1965 γνώρισα τον Spoerri στο σπίτι του Arturo Schwarz στο Μιλάνο, τον Arman στην γκαλερί του Sidney Janis στη Νέα Υόρκη, καθώς και τον Christo και τη Jeanne-Claude. Στην γκαλερί της Iris Clert στο Παρίσι γνώρισα τον Mimmo Rotella, ενώ έχω πολύ ωραίες αναμνήσεις από τον Cesar.
Με όλους εκείνους τους καλλιτέχνες έζησα ευχάριστες στιγμές στα ατελιέ τους, καθώς και σε πολλές άλλες ευκαιρίες. Είχα επίσης το προνόμιο να συμπεριλαμβάνομαι στους φίλους του Raymond Hains. Τι αναμνήσεις! Ατελείωτα γεύματα στο «D?me», ακούγοντας τους μονολόγους του, ένα κράμα μεγάλης καλλιέργειας, ποιητικότητας και χιούμορ.
Marion Meyer Πρόεδρος της Διεθνούς Ένωσης Man Ray
Συνεπιμελήτρια της έκθεσης Nouveau realisme
Λεζάντα 1ης φωτογραφίας
Yves Klein (1928-1962), The Winged Victory of Samothrace, 1962