Άρθρο του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών κ. Χρήστου Σταϊκούρα στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής»
Τη σημασία, αλλά και τις νέες προκλήσεις, που συνεπάγεται για τη χώρα μας η αγορά των 250 ηλεκτρικών λεωφορείων, αναλύει σε άρθρο του στην εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος της Κυριακής», ο Υπουργός Υποδομών και Μεταφορών κ. Χρήστος Σταϊκούρας.
«Απαιτείται συστηματική, μεθοδική και υπεύθυνη εργασία, όπως γίνεται τους τελευταίους μήνες, ώστε η χώρα μας να υποδεχθεί τα πρώτα 250 ηλεκτρικά λεωφορεία τον Απρίλιο του 2024. Με εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας, με σχέδιο, αξιοπιστία και αποτελεσματικότητα, αντιμετωπίζουμε τις αντιξοότητες και επιτυγχάνουμε τον στόχο μας, κάνοντας ένα σημαντικό βήμα για τη βιώσιμη αστική κινητικότητα» τονίζει, μεταξύ άλλων, ο κ. Σταϊκούρας.
Ακολουθεί το άρθρο του Υπουργού Υποδομών και Μεταφορών Χρήστου Σταϊκούρα:
Χρήστος Σταϊκούρας: «Προμήθεια ηλεκτρικών λεωφορείων: Βήμα προς τη βιώσιμη αστική κινητικότητα»
Η στρατηγική ανάπτυξης για το μέλλον της βιώσιμης αστικής κινητικότητας βασίζεται σε μοντέλα τα οποία θα χρησιμοποιούν πράσινες μορφές ενέργειας, θα εκμεταλλεύονται τις τεχνολογικές εξελίξεις, θα εξυπηρετούν τους πολίτες και θα σέβονται το περιβάλλον.
Η ηλεκτροκίνηση καλύπτει αυτές τις ανάγκες, απαντά δυναμικά στις προκλήσεις της κλιματικής κρίσης και αποτελεί τον θεμέλιο λίθο του μέλλοντος της αυτοκίνησης. Προς αυτή την κατεύθυνση, στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών έχουμε δρομολογήσει την αγορά 250 νέων ηλεκτρικών λεωφορείων, σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
Ειδικότερα, κατά την πρόσφατη επίσκεψη της πολιτικής ηγεσίας και των αρμόδιων υπηρεσιακών παραγόντων του Υπουργείου στην Κίνα, πραγματοποιήθηκε ο έλεγχος του πρότυπου λεωφορείου, επιβεβαιώθηκαν τα χρονοδιαγράμματα που έχουν τεθεί και διαπιστώθηκε η έναρξη της παραγωγής τους.
Με την συγκεκριμένη προμήθεια επιτυγχάνουμε:
- την έναρξη της διαδικασίας ανανέωσης του γερασμένου στόλου των λεωφορείων (μέσος όρος περίπου τα 19 έτη στην Ελλάδα, με μέσο ευρωπαϊκό όρο τα 13 έτη),
- την συμμόρφωση στην κοινοτική οδηγία (33%/47% νέων αστικών λεωφορείων να είναι «καθαρά» έως το 2025/2030),
- την αναβάθμιση του επιπέδου εξυπηρέτησης του επιβατικού κοινού, χάρη στις σύγχρονες προδιαγραφές τους,
- τη δραστική μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος.