Με θέμα: «Η εγχώρια βιομηχανία παραμένει ευάλωτη: απαιτούνται αποφάσεις για την επιβίωσή της»
Από το 2019 μέχρι σήμερα, η Κυβέρνηση εφάρμοσε με επιτυχία το μεταρρυθμιστικό της πρόγραμμα το οποίο είχε ως κύριο άξονα την έμπρακτη ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα.
Στο πλαίσιο αυτό κρίνονται ως ιδιαίτερα θετικές οι αποφάσεις για τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, για τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών και λοιπών φόρων, για την απλοποίηση της νομοθεσίας για την αδειοδότηση των επιχειρήσεων, για τις γενικότερες πρωτοβουλίες εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας που αφορά στην επιχειρηματικότητα, για το σχεδιασμό της «Εθνικής Στρατηγικής για τη Βιομηχανία», κλπ.. Επίσης η Κυβέρνηση άσκησε ορθή πολιτική παρουσιάζοντας ισχυρά αντανακλαστικά στις προκλήσεις που προέκυψαν από την πανδημία, με κύρια αυτή της εξασφάλισης της βιωσιμότητας χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη χώρα μας, απόφαση που κατάφερε να διατηρήσει πολλές χιλιάδες θέσεις εργασίας, εξασφαλίζοντας πρακτικά την κοινωνική συνοχή στη χώρα.
Σήμερα η Ελλάδα βρίσκεται σε σημείο καμπής. Μετά και την έξοδό της από το καθεστώς ενισχυμένης εποπτείας από τους θεσμούς, είναι υποχρεωμένη να επιλέξει τις κατάλληλες πολιτικές για την εξασφάλιση βιώσιμης ανάπτυξης την επόμενη δεκαετία. Τούτο όμως πρέπει να συμβεί σε διεθνές και εσωτερικό περιβάλλον στο οποίο υπάρχουν σοβαρές αβεβαιότητες για το εγγύς μέλλον, ισχυροί προβληματισμοί για την αναπτυξιακή κατεύθυνση και πρωτοφανείς γεωπολιτικές αναταράξεις, οι οποίες εντείνουν καθημερινά τη διεθνή αβεβαιότητα.
Στο πλαίσιο αυτό, το μεγάλο πρόβλημα για τη βιομηχανία είναι το υπερβολικό κόστος ενέργειας για τη μεταποίηση. Ειδικότερα, οι υπέρογκες αυξήσεις στα τιμολόγια ενέργειας δημιουργούν ανησυχητικές συνέπειες σε πολλούς βιομηχανικούς κλάδους, κυρίως στην υψηλή και μέση τάση. Οι προβλέψεις των διεθνών αναλυτών κάνουν λόγο και για περαιτέρω αύξηση στις τιμές ενέργειας.
Οι υπερβολικές τιμές στα τιμολόγια ενέργειας οδηγούν σε παύση λειτουργίας (κλείσιμο) μεταποιητικών επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν τόσο «Υψηλή» όσο και «Μέση» Τάση. Οι επιπτώσεις στην εθνική οικονομία και στις τοπικές κοινωνίες, θα διευρύνουν περαιτέρω τις σημερινές περιφερειακές ανισότητες και τη λαϊκή δυσαρέσκεια.
Για να μην υπάρξουν δυσάρεστες συνέπειες για τις επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους, ο ΣΒΕ πρότεινε προς την Κυβέρνηση τα ακόλουθα μέτρα.
* Θέσπιση πλαφόν ανώτατης τιμής στο φυσικό αέριο.
* Θέσπιση πλαφόν στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος για τη βιομηχανία στα 150ευρώ/MWh, τιμή η οποία ήταν η ανώτατη που συμφωνήθηκε κατά την υπογραφή των τελευταίων διμερών συμβολαίων ΔΕΗ και καταναλωτών «Υψηλής Τάσης».
* Εξαίρεση συνολικά της εγχώριας βιομηχανίας από την πρόσφατη απόφαση της Ευρωπαϊκής Ενωσης για μείωση της κατανάλωσης φυσικού αερίου από τα κράτη μέλη κατά 15%.
* Εξαίρεση από τον προσωρινό μηχανισμό ΕΕΑΕΗ των ποσοτήτων που διοχετεύονται σε βιομηχανικούς καταναλωτές «Υψηλής Τάσης» που έχουν συνάψει συμβόλαια με σταθερή τιμή ηλεκτρικού ρεύματος. Τούτο διότι σήμερα εξαιρούνται από τις επιδοτήσεις οι βιομηχανικοί καταναλωτές που έχουν συμβάσεις με σταθερές τιμές, γεγονός που δεν τους επιτρέπει αφενός να διαπραγματευθούν και αφετέρου να συνάψουν μακροχρόνιες συμβάσεις ΥΤ με σταθερή τιμολόγηση.
Σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να ληφθούν τα μέτρα που καταδεικνύουν ότι η Κυβέρνηση επιθυμεί να συνεχίσει να υπάρχει μεταποιητική βάση στη χώρα. Σε αντίθετη περίπτωση, είναι εξαιρετικά πιθανό μεγάλος αριθμός μικρομεσαίων μεταποιητικών επιχειρήσεων να μην αντέξει το κόστος από τις υπέρογκες αυξήσεις ενέργειας και ως εκ τούτου είναι ενδεχόμενη η αναστολή λειτουργίας πολλών επιχειρήσεων.
Επιπρόσθετα, και στο πλαίσιο της αλλαγής του παραγωγικού υποδείγματος, η παρούσα Κυβέρνηση αποφάσισε από την ημερομηνία εκλογής της την αύξηση της συνεισφοράς της μεταποίησης στο ΑΕΠ της χώρας. Ομως, η «Εθνική Στρατηγική για τη Βιομηχανία» αποφασίσθηκε τρία χρόνια μετά. Επιπλέον, απομένει οι γενικές στρατηγικές κατευθύνσεις του σχεδίου να εξειδικευθούν σε εφαρμόσιμες πολιτικές και μέτρα.
Τέλος, ένα ακόμη μεγάλο θέμα που πρέπει ν΄αντιμετωπισθεί είναι το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των μεταποιητικών επιχειρήσεων αδυνατεί να προσλάβει μεσαία στελέχη και εργατικό δυναμικό, εξαιτίας της σχετικής ανεπάρκειας στην αγορά εργασίας την τελευταία δεκαετία. Επίσης, διαπιστώνεται μεγάλη έλλειψη σε προσωπικό που θα διαθέτει «τεχνικές δεξιότητες «κυρίως στον τομέα της πληροφορικής καθώς και σε «τεχνικά επαγγέλματα» που υποστηρίζουν τη βιομηχανία. Το συγκεκριμένο είναι ιδιαίτερα έντονο στην περιφέρεια.
Γι’ αυτό απαιτούνται τολμηρές αποφάσεις για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς εργασίας που θα διασώσουν τις υφιστάμενες, θέσεις και θα δημιουργήσουν νέες και καλά αμειβόμενες.