Δείτε απόσπασμα της ομιλίας του Αντιπροέδρου και Βουλευτή της ΝΔ, Κωστή Χατζηδάκη, στην εκδήλωση του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), για τα 60 χρόνια Ευρωπαϊκής Ενωσης.
«Το πρώτο μου συναίσθημα ανοίγοντας αυτό το βιβλίο είναι… νοσταλγία. Νοσταλγία για τα χρόνια που ήμουν ευρωβουλευτής – σε αρκετά μικρότερη ηλικία, πρέπει να ομολογήσω. Και νοσταλγία για τα χρόνια που συμμετείχα ενεργά σε συζητήσεις, επιτροπές και ψηφοφορίες για την οικοδόμηση της Ευρώπης του μέλλοντός μας, μιας Ευρώπης ευημερίας και ασφάλειας για όλους τους πολίτες της. Μιας Ευρώπης με πολύ περισσότερη αισιοδοξία και θετική ενέργεια απ’ ό, τι σήμερα. Διότι, κακά τα ψέματα, η ΕΕ περνά σήμερα πολύ μεγάλη δοκιμασία – μια δοκιμασία, ας μην κρυβόμαστε, υπαρξιακών διαστάσεων.
Θα ήθελα αρχικά να συγχαρώ τον Ναπολέοντα Μαραβέγια για την επιμέλεια ενός περιεκτικού και επίκαιρου συλλογικού τόμου. Συγχαρητήρια αξίζουν, φυσικά και στους πολλούς και αξιόλογους μελετητές που συνεισέφεραν στο έργο αυτό.
Είναι ένα βιβλίο απαραίτητο, αν μην τι άλλο, για τον εξής λόγο: για να θυμηθούμε γιατί και πώς κτίστηκε το οικοδόμημα της ενωμένης Ευρώπης.
Γιατί τείνουμε να τα ξεχνάμε αυτό. Θεωρούμε δεδομένη την ενωμένη Ευρώπη και τείνουμε να παραβλέπουμε το γεγονός ότι, εκτός από τα προνόμια και τις διευκολύνσεις που μας εξασφαλίζει η ΕΕ, συνεπάγεται και υποχρεώσεις και συνεχείς προσπάθειες. Τείνουμε, επίσης, να παραβλέπουμε τα επιτεύγματα της ενωμένης Ευρώπης και το γεγονός ότι τα αγαθά κόποις κτώνται.
Οπως σωστά επισημαίνει ο κ. Μαραβέγιας στο εισαγωγικό σημείωμα, «δεν είναι καθόλου αμελητέα τα επιτεύγματά της: η αποτροπή ευρωπαϊκού πολέμου, η βελτίωση του επιπέδου ζωής του πληθυσμού, το κράτος πρόνοιας – παρά τους περιορισμούς – και η ελευθερία μετακίνησης των πληθυσμών στις χώρες της Ενωσης είναι μεταξύ των πιο σημαντικών ευρωπαϊκών κατακτήσεων».
Εχει φτάσει, τα τελευταία χρόνια, σε τέτοιο βαθμό η δογματική απαξίωση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, που τείνουν να διαγραφούν όλα αυτά τα τεράστια επιτεύγματα! Και ελπίζω να μη θυμηθούμε όλοι μαζί τη σημασία όλων αυτών των επιτευγμάτων αν τυχόν το ευρωπαϊκό οικοδόμημα αποσυντεθεί.
Οσο δογματικό, είναι, όμως, να πούμε ότι η Ευρωπαϊκή Ενωση δεν έχει προσφέρει τίποτα, άλλο τόσο δογματικό είναι να πούμε ότι τα έχει κάνει όλα ιδανικά.
Σίγουρα έχουν γίνει σημαντικά λάθη. Η ΕΕ δεν μπόρεσε να αντιδράσει αποτελεσματικά σε μια σειρά από προκλήσεις που κινδυνεύουν να την καταστήσουν τον ασθενή κρίκο της παγκόσμιας οικονομίας:
1. Η παγκοσμιοποίηση αναδεικνύει ακόμη περισσότερο την ανάγκη της ανταγωνιστικότητας και η Ευρώπη δεν έχει πάντα τις καλύτερες επιδόσεις στον συγκεκριμένο τομέα. Ετσι, οι επενδύσεις στρέφονται προς την Αμερική και την Ασία, ενώ στην Ευρώπη περιορίζονται. Οι δε ευρωπαϊκές βιομηχανίες μετακινούνται προς τρίτες χώρες.
2. Η Ευρώπη είναι μια ήπειρος που γηράσκει. Η υπογεννητικότητα επιτείνει το πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού και δημιουργεί ακόμα μεγαλύτερες πιέσεις στο ασφαλιστικό σύστημα.
3. Η μετανάστευση αποτελεί για μια σειρά από γεωγραφικούς και πολιτικούς λόγους πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα για τη ΕΕ από ότι πχ για τις ΗΠΑ ή την Αυστραλία. Ακόμα και η ίδια η γεωγραφική θέση της Ευρώπης δουλεύει εις βάρος της στο συγκεκριμένο θέμα!
4. Και φυσικά δεν πρέπει να ξεχνάμε και την κρίση της Ευρωζώνης, η οποία, μολονότι έχει επικεντρωθεί στην πατρίδα μας, έπληξε τα τελευταία χρόνια πολλές χώρες και δημιούργησε σημαντικά ρήγματα μεταξύ Βορρά και Νότου.
Αποτέλεσμα, ως έναν βαθμό, αυτών των προβλημάτων αποτελεί ο ευρωσκεπτικισμός που καλλιεργείται τα τελευταία χρόνια από τους λαϊκιστές σε όλη την Ευρώπη και ο οποίος, με τη σειρά του, επιδεινώνει πολλές φορές την κατάσταση καθώς λειτουργεί παραλυτικά ως προς την προσπάθεια επίλυσης αυτών των ζητημάτων. Οι λαϊκιστές στην Ευρώπη έχουν έναν κοινό παρονομαστή: Την καχυποψία και το μίσος απέναντι στην ενωμένη Ευρώπη. Αλλά οι αφετηρίες τους είναι διαφορετικές, και γι’ αυτό αν τους βάλει κανείς γύρω από το ίδιο τραπέζι θα προκύψει χάος.
Μέσα σε ένα τέτοιο σκηνικό η Ευρωπαϊκή Ενωση καλείται να αλλάξει αν θέλει να επιβιώσει. Εχει μάθει, άλλωστε, τα τελευταία χρόνια με σκληρό τρόπο το μάθημα ότι η αδράνεια συνήθως επιδεινώνει κρίσεις, δεν τις λύνει. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ παρουσίασε πρόσφατα μια λευκή βίβλο με 5 σενάρια για το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αλλά οι ηγέτες των 4 ισχυρότερων κρατών-μελών έσπευσαν ήδη να δώσουν τη δική τους απάντηση. Και η απάντηση είναι η Ευρώπη δύο ή περισσοτέρων ταχυτήτων.
Μολονότι αυτό είναι κάτι που πολλοί δεν θα ήθελαν, υπάρχουν κάποια αντικειμενικά θέματα που εμποδίζουν τις χώρες της ΕΕ να προχωρούν με την ίδια ταχύτητα.
Πρώτα απ’ όλα, κάποιες χώρες δεν θέλουν! Οι Πολωνοί και οι Σουηδοί, για παράδειγμα, δεν θέλουν να μπουν στο ευρώ. Να τους βάλουμε με το ζόρι;
Επειτα, υπάρχουν άλλες χώρες που δεν μπορούν. Οι Ιρλανδοί θέλουν να μπουν στο Σένγκεν, αλλά επειδή οι Βρετανοί είναι εκτός, είναι τεχνικά αδύνατο!
Αρα, βλέπουμε πως, ούτως ή άλλως, έχει προκύψει, με την Ευρωζώνη και τη Ζώνη Σένγκεν, μια Ευρώπη διαφορετικών ταχυτήτων εδώ και χρόνια. Και αυτό που έχει σημασία είναι να είναι η Ελλάδα στην πρώτη ταχύτητα.
Δείτε, άλλωστε, πόση σημασία έχει αυτό σε ένα κρίσιμο θέμα όπως η κοινή αμυντική πολιτική. Γνωρίζουμε εκ των προτέρων πως πολλά κράτη-μέλη είναι καθέτως αντίθετα σε μια τέτοια προοπτική. Από την άλλη, υπάρχουν κράτη μέλη που θέλουν κοινή αμυντική πολιτική, και σε αυτά εντάσσεται η Ελλάδα, η οποία θα έβγαινε κερδισμένη από μια τέτοια εξέλιξη. Τι θα πούμε, λοιπόν; Οτι επειδή κάποιες χώρες δεν θέλουν, εμείς οι υπόλοιποι δεν θα προχωρήσουμε;
Πρακτικά τι συνεπάγεται αυτό όσον φορά στις υπάρχουσες ζώνες στενής συνεργασίας;
Οσον αφορά στην παρουσία μας στο Σένγκεν, για να μην αμφισβητηθεί αυτή οφείλουμε να δείξουμε την απαραίτητη διοικητική ικανότητα. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τυχόν έξοδός μας από το Σένγκεν θα μας έκανε χώρα Β’ κατηγορίας στην Ευρώπη, με απομόνωση και λιγότερα δικαιώματα για τους Ελληνες.
Ακόμα περισσότερο όσον αφορά στην παραμονή μας στην Ευρωζώνη πρέπει να έχουμε και τη θέληση και την ικανότητα να τα καταφέρουμε! Το 2015 φρενάραμε ένα βήμα από τον γκρεμό, παρά την επιθυμία αρκετών στελεχών της τότε κυβέρνησης να συνεχίσουμε προς ολοταχώς και να κάνουμε το άλμα στο κενό. Το τεράστιο κόστος της επιστροφής στην ύφεση το πληρώσαμε -και συνεχίζουμε να το πληρώνουμε- σε οδυνηρά μέτρα, αλλά και στην απώλεια εμπιστοσύνης η οποία κρατά σε κατάσταση παράλυσης την οικονομία.
Τις τελευταίες μέρες ζούμε το εξής σουρεαλιστικό. Από τη μία βλέπουμε την κυβέρνηση να πανηγυρίζει για το τέλος της λιτότητας, και από την άλλη να δηλώνει πως δίνει σκληρές μάχες ενάντια στον Σόιμπλε -παρ’ ότι συμφώνησε μαζί του για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% σε μεσοπρόθεσμη βάση- και ενάντια στο ΔΝΤ, παρ’ ότι κατέληξε να παίρνει διπλάσια μέτρα από αυτά που πρότεινε το Ταμείο το 2014!
Πρέπει να αντιληφθούμε το εξής: Οτι είναι άστοχο να περιορίζουμε τις συζητήσεις σε διαπραγματευτικές τακτικές και στον λόγο χρέους / ΑΕΠ, ασχολούμενοι μόνο με το χρέος και παραγνωρίζοντας τη σημασία του παρονομαστή. Του εθνικού εισοδήματος, δηλαδή. Της παραγωγής, της παραγωγικότητας και των επενδύσεων.
Η μόνη πραγματική λύση για τη χώρα είναι η στροφή στην επιχειρηματικότητα και στις ιδιωτικές επενδύσεις. Αυτή είναι η πραγματική κοινωνική και φιλεργατική πολιτική. Γιατί δεν μπορούμε να έχουμε ούτε επενδύσεις χωρίς επενδυτές, ούτε εργαζομένους χωρίς εργοδότες, ούτε ασφαλιστικό σύστημα χωρίς εισφορές!
Και όσοι συνεχίζουν, εν έτει 2017, να ονειρεύονται το Grexit σαν λύση, ας δουν τους κλυδωνισμούς που προκαλεί το Brexit σε μια οικονομία πολύ μεγαλύτερη από τη δικιά μας.
Η Ελλάδα ανήκει στον πυρήνα της Ευρώπης, όμως ο μόνος τρόπος για να αφήσουμε πίσω μας την κρίση και τα μνημόνια είναι να δουλέψουμε σκληρά και να προχωρήσουμε με αποφασιστικότητα στις αλλαγές που έχει ανάγκη ο τόπος.
Οπως τονίζεται, άλλωστε, και στο κλείσιμο του βιβλίου για το οποίο συζητάμε σήμερα, το θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ενωση εξαρτάται από την ίδια την Ελλάδα. Η μοίρα μας είναι στα δικά μας χέρια, και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε».